βροτόεις

βροτόεις, -εσσα, -εν (Α) [βρότος]
κηλιδωμένος με ανθρώπινο αίμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βροτόεις — gory masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτόεν — βροτόεις gory masc voc sg βροτόεις gory neut nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτόεντα — βροτόεις gory neut nom/voc/acc pl βροτόεις gory masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτόεντι — βροτόεις gory masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτόεντ' — βροτόεντα , βροτόεις gory neut nom/voc/acc pl βροτόεντα , βροτόεις gory masc acc sg βροτόεντι , βροτόεις gory masc/neut dat sg βροτόεντε , βροτόεις gory masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτόεσσ' — βροτόεσσα , βροτόεις gory fem nom/voc sg βροτόεσσαι , βροτόεις gory fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.